ενοχλητικός


ενοχλητικός
[энохлитикос] εκ. неудобный, обременительный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ενοχλητικός" в других словарях:

  • ενοχλητικός — ή, ό αυτός που προκαλεί ενόχληση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ενοχλώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικό Λεξικό τού Ν. Κοντόπουλου] …   Dictionary of Greek

  • ενοχλητικός — ή, ό επίρρ. ά που προξενεί ενόχληση, ανιαρός, δυσάρεστος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλόχληρος — ον, Μ αυτός που τού αρέσει να ενοχλεί, ενοχλητικός: [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + ὀχληρός «ενοχλητικός, δυσάρεστος»] …   Dictionary of Greek

  • άκαιρος — η, ο (Α ἄκαιρος, ον) αυτός που λέγεται ή γίνεται σε ακατάλληλο χρόνο, ο παράκαιρος νεοελλ. 1. πρόωρος 2. άγουρος 3. αδικαιολόγητος, παράλογος αρχ. 1. αυτός που γίνεται ενοχλητικός με το να κάνει ή να πει κάτι τη στιγμή που δεν πρέπει 2. ο… …   Dictionary of Greek

  • άοχλος — ἄοχλος, ον [όχλος] (Α) αυτός που δεν ενοχλεί, μη ενοχλητικός …   Dictionary of Greek

  • άχαρις — ἄχαρις ( ιτος), ι (AM) [χάρις] 1. αυτός που δεν έχει χάρη, ο άχαρος 2. δυσάρεστος, ενοχλητικός αρχ. 1. αχάριστος, αγνώμων 2. αξιολύπητος …   Dictionary of Greek

  • έγκειμαι — (AM ἔγκειμαι) υπάρχω, βρίσκομαι («εδώ έγκειται η δυσκολία τού ζητήματος») αρχ. 1. περιβάλλομαι («ἔγκειμαι μόχθοις») 2. παρεμβάλλομαι 3. καταδιώκω επίμονα, πιέζω («ἐνέκειτο τῷ Περικλεῑ») 4. (για συζήτηση) διαφωνώ 5. είμαι ή γίνομαι ενοχλητικός 6.… …   Dictionary of Greek

  • αέλαμος — και αγέλαμος, ο (για πρόσωπα) α) κάτισχνος άνθρωπος σαν καλάμι β) ενοχλητικός άνθρωπος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ουσ. ἔλυμος] …   Dictionary of Greek

  • αβάρετος — (I) η, ο 1. ο πάντοτε πρόθυμος για εργασία, ακούραστος, ακαταπόνητος 2. αυτός που δεν γίνεται ενοχλητικός, βάρος στον άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + βαρετός]. (II) και ητος, η, ο 1. αχτύπητος, άδαρτος 2. αλάβωτος, ατραυμάτιστος 3. «γάλα αβάρετο» …   Dictionary of Greek

  • αβαρής — ές και άβαρος, η, ο (Α ἀβαρής, ές) [βάρος] ο χωρίς βάρος ή αυτός που έχει μικρό βάρος, ο ελαφρύς νεοελλ. άμυαλος, ασύνετος αρχ. ο μη φορτικός, ο μη ενοχλητικός …   Dictionary of Greek